Τι σημαίνει το sporche στο Ιταλικό;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sporche στο Ιταλικό; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sporche στο Ιταλικό.

Η λέξη sporche στο Ιταλικό σημαίνει βρόμικος, βρόμικα, σπασμένος, αντιαθλητικός, βρόμικος, βρόμικος, λερωμένος, λεκιασμένος, βρόμικος, ρυπαρός, λιγδιάρικος, βρόμικος, βρώμικος, βρόμικος, λερωμένος, λεκιασμένος, βρώμικος, βρώμικος, βρόμικος, βρωμερός, βρωμιάρης, βρόμικος, ρυπαρός, βρώμικος, άπλυτος, αχούρι, αισχρός, βρομερός, βρόμικος, βρωμιά, βρώμα, βρομιά, βρόμα, βρώμικος, βρόμικος, βρόμικος, πενταβρώμικος, σιχαμερός, βρωμιάρικος, βρώμικος, βρομιά, βρόμα, γεμάτος λάδια, γεμάτος γράσο, που του τρέχει η μύτη, υπόλευκος, μουστάκι, ασπρουλιάρης, ασπρουλιάρα, αυτός που ξεπλένει παράνομα χρήματα, Μεξικανός λαθρομετανάστης, Μεξικανή λαθρομετανάστρια, χαμαλοδουλειά, φαλλοκρατικό γουρούνι, αντικείμενα που μαζεύονται από το πάτωμα, κάνω τη βρόμικη δουλειά, παίζω βρόμικα, καλυμένος από μελάνι, μετανάστης, μετανάστρια, βρομοδουλειά, υπόλευκο χρώμα, γκριζωπό/κιτρινωπό χρώμα, αποζημίωση που καταβάλλει ο δολοφόνος στην οικογένεια του θύματος, σκούρος ξανθός, ματωμένα χρήματα, γεμάτος κιμωλία. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sporche

βρόμικος

(volgare) (μτφ: άσεμνος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Gli piaceva raccontare barzellette sporche.
ⓘQuesta frase non è una traduzione della frase di origine. Με προκαλούσε με πρόστυχες (or: χυδαίες) χειρονομίες.

βρόμικα

avverbio (figurato, colloquiale) (μεταφορικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Hai visto cosa ha fatto? Gioca sporco.
Είδες τι έκανε; Παίζει βρόμικα.

σπασμένος

aggettivo (colori)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Non era bianco, più che altro di un bianco sporco.
ⓘQuesta frase non è una traduzione della frase di origine. Καλύτερα να βάψεις τον τοίχο σε απόχρωση βρώμικου ροζ για να μην μοιάζει με παιδικό δωμάτιο.

αντιαθλητικός

aggettivo (figurato)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
È stato un fallo sporco!

βρόμικος

(μη καθαρός)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I pantaloni del bambino erano sporchi perché stava giocando per terra.

βρόμικος

aggettivo (lavoro, mansione, ecc.) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I nuovi impiegati devono fare il lavoro sporco.

λερωμένος, λεκιασμένος

aggettivo (βρώμικος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Per favore, lasciate le lenzuola sporche impilate sul letto.
Παρακαλώ, αφήστε τα λερωμένα στρωσίδια μαζεμένα πάνω στο κρεβάτι.

βρόμικος, ρυπαρός, λιγδιάρικος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Dopo l'escursione in campeggio ci sentivamo sporchi.

βρόμικος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Il ragazzino prese il cono di gelato con le sue mani sporche.

βρώμικος, βρόμικος

aggettivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

λερωμένος, λεκιασμένος

aggettivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Non buttate i pannolini sporchi nel gabinetto.
Μη ρίχνετε τις λερωμένες πάνες στην τουαλέτα.

βρώμικος

aggettivo (figurato: sessualmente esplicito)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

βρώμικος, βρόμικος

aggettivo (figurato: illegale) (μτφ: χρήμα)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

βρωμερός, βρωμιάρης

aggettivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

βρόμικος, ρυπαρός

aggettivo (λερωμένος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Il suo appartamento era sudicio e puzzava di birra.

βρώμικος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

άπλυτος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

αχούρι

aggettivo

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)

αισχρός

aggettivo (figurato)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Sarah faceva un sacco di brutti scherzi ai fratelli minori quando era una teenager.
Η Σάρα έκανε πολλές άσχημες φάρσες στα μικρότερα αδέρφια της όταν ήταν έφηβη.

βρομερός, βρόμικος

aggettivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Kyle viveva in un sudicio appartamento in una brutta zona della città.
Ο Κάιλ ζούσε σε ένα άθλιο διαμέρισμα στην κακή συνοικία της πόλης.

βρωμιά, βρώμα, βρομιά, βρόμα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Tutta la casa era coperta di sporcizia.
Ολόκληρο το σπίτι ήταν καλυμμένο με βρώμα.

βρώμικος, βρόμικος

aggettivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Dopo essersi rotolato nel fango e nel letame, il maiale era sudicio.
Το γουρούνι ήταν βρώμικο αφότου κυλίστηκε στη λάσπη και την κοπριά.

βρόμικος

aggettivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Per favore, cambiati la camicia; è tutta sporca.

πενταβρώμικος, σιχαμερός

(peggiorativo)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

βρωμιάρικος, βρώμικος

(colloquiale)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

βρομιά, βρόμα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Το σκυλί μπήκε στο σπίτι γεμάτο χώματα.

γεμάτος λάδια, γεμάτος γράσο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ο γεμάτος λάδια μηχανικός πάντα άφηνε μαύρες μουντζούρες στην πόρτα.

που του τρέχει η μύτη

(colloquiale) (άτομο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

υπόλευκος

aggettivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μουστάκι

(rimasugli di cibo/bevande) (μεταφορικά: από φαγητό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Leccati le labbra, hai qualcosa sopra il labbro.

ασπρουλιάρης, ασπρουλιάρα

sostantivo maschile (persona, offensivo) (μειωτικό)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

αυτός που ξεπλένει παράνομα χρήματα

sostantivo maschile (μεταφορικά)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

Μεξικανός λαθρομετανάστης, Μεξικανή λαθρομετανάστρια

sostantivo maschile (messicano) (κατά λέξη)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

χαμαλοδουλειά

sostantivo maschile (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Era stufo di dover fare tutto il lavoro sporco per lei.

φαλλοκρατικό γουρούνι

sostantivo maschile (μεταφορικά, προσβλητικό)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Per me quel tuo amico è uno sporco maschilista: secondo lui la donna, in quanto tale, deve essere sempre sottoposta all'uomo.

αντικείμενα που μαζεύονται από το πάτωμα

sostantivo maschile

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
La Giungla, di Upton Sinclair, racconta come gli operai che lavoravano la carne gettassero lo sporco del pavimento nei tinelli delle salsicce.

κάνω τη βρόμικη δουλειά

verbo transitivo o transitivo pronominale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Lei non aveva più i servitori a farle i lavori sporchi.

παίζω βρόμικα

verbo intransitivo (μεταφορικά, καθομ)

Se continua a giocare sporco, lo squalificheranno dall'incontro.

καλυμένος από μελάνι

(κυριολεκτικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La penna mi si è rotta in tasca, rendendo i miei pantaloni sporchi di inchiostro.

μετανάστης, μετανάστρια

(από Μεξικό, Κ. Αμερική)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

βρομοδουλειά

(μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Il gangster ha ingaggiato dei picchiatori per fare il lavoro sporco.
Το αφεντικό της συμμορίας προσέλαβε μερικούς τραμπούκους, για να κάνουν τις βρομοδουλειές του.

υπόλευκο χρώμα, γκριζωπό/κιτρινωπό χρώμα

sostantivo maschile

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αποζημίωση που καταβάλλει ο δολοφόνος στην οικογένεια του θύματος

sostantivo maschile (figurato: denaro per un delitto)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

σκούρος ξανθός

locuzione aggettivale (μαλλιά)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Una volta i suoi capelli erano biondo brillante, ma oggi sono più biondo sporco.

ματωμένα χρήματα

sostantivo maschile (figurato: denaro da delitti) (μεταφορικά)

Giuda ricevette denaro sporco di sangue quando tradì Gesù. Considerava i soldi guadagnati a spese della vita di tanti come 'denaro sporco di sangue' e rifiutò di accettarli.

γεμάτος κιμωλία

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Gli abiti dell'insegnante erano coperti di gesso dopo che ebbe pulito le lavagne.

Ας μάθουμε Ιταλικό

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sporche στο Ιταλικό, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Ιταλικό.

Γνωρίζετε για το Ιταλικό

Ιταλικό (italiano) είναι μια ρομανική γλώσσα και ομιλούνται από περίπου 70 εκατομμύρια ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους ζουν στην Ιταλία. Τα ιταλικά χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο. Τα γράμματα J, K, W, X και Y δεν υπάρχουν στο τυπικό ιταλικό αλφάβητο, αλλά εξακολουθούν να εμφανίζονται σε δάνεια από τα ιταλικά. Τα ιταλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη στην Ευρωπαϊκή Ένωση με 67 εκατομμύρια ομιλητές (15% του πληθυσμού της ΕΕ) και ομιλούνται ως δεύτερη γλώσσα από 13,4 εκατομμύρια πολίτες της ΕΕ (3%). Τα ιταλικά είναι η κύρια γλώσσα εργασίας της Αγίας Έδρας, η οποία χρησιμεύει ως lingua franca στη ρωμαιοκαθολική ιεραρχία. Ένα σημαντικό γεγονός που βοήθησε στη διάδοση της ιταλικής ήταν η κατάκτηση και κατοχή της Ιταλίας από τον Ναπολέοντα στις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτή η κατάκτηση ώθησε την ενοποίηση της Ιταλίας αρκετές δεκαετίες αργότερα και ώθησε τη γλώσσα της ιταλικής γλώσσας. Τα ιταλικά έγιναν γλώσσα που χρησιμοποιούνταν όχι μόνο στους γραμματείς, τους αριστοκράτες και τα ιταλικά δικαστήρια, αλλά και από την αστική τάξη.